Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

τα γενέθλια της Ινφάντα

" Πίσω από τα δύο θεόρατα τζάκια κρέμονταν βαριά παραπετάσματα κεντημένα με παπαγάλους και παγώνια, και το πάτωμα ήταν φτιαγμένο από όνυχα στο χρώμα της θάλασσας έτσι που σου φαινόταν πως θα χαθείς στο βάθος της.
  Μα εδώ ο μικρούλης ο νάνος δεν ήταν μόνος του. Μες την σκιά που έριχνε η πόρτα --στην άλλη άκρη του δωματίου-- κάποιος τον παρακολουθούσε. Η καρδιά του ρίγησε, του ξέφυγε μια κραυγή χαράς κι έτρεξε μες στο ηλιόφως πουμπαινε απ'τα παράθυρα. Η σκιά κινήθηκε κι αυτή σύγχρονα μ'αυτόν και τότε διάκρινε καθαρά.
  Ήταν ένα τέρας, το πιο απαίσιο τέρας που είχε δει ποτέ. Δεν ήταν καμωμένο όπως όλοι οι άνθρωποι; εκείνο είχε καμπούρα και στραβά πόδια, ένα πελώριο κεφάλι που όλο κρέμονταν, και μαύρα μακριά μαλλιά σαν χαίτη αλόγου.
  Ο μικρός νάνος σκυθρώπιασε και το τέρας σκυθρώπιασε κι αυτό. Γέλασε, και γέλασε κι εκείνο μαζί του, τέντωσε τα χέρια στα πλευρά σου, όμοια μ'αυτόν. Τούκανε μια κοροϊδευτική υπόκλιση, κι εκείνο του την ανταπόδωσε με ευγένεια περισσή. Πήγε προς το μέρος του κι εκείνο ήρθε να τον απαντήσει αντιγράφοντας τα ίδια του τα βήματα, σταματώντας όταν ο νάνος σταματούσε. Φώναξε από την έκπληξη, έτρεξε μπροστά και άπλωσε το χέρι του! Το χέρι του άλλου άγγιξε το δικό του, μα ήταν κρύο σαν τον πάγο. Φοβήθηκε, τράβηξε το χέρι του μακρυά και το χέρι του τέρατος έκανε το ίδιο. Βάλθηκε να πέσει πάνω του όμως κάτι σκληρό και κρύο τον εμπόδισε. Το πρόσωπο του άλλοι ήταν τώρα πολύ κοντά στο δικό του και τον κοιτούσε με τρόμο. Τράβηξε τα μαλλιά του απ'τα μάτια του. Εκείνος τον μιμήθηκε. Το χτύπησε, κι εκείνο ανταπόδωσε το χτύπημα. Το έβρισε και τούκανε άσχημες γκριμάτσες. Σούρθηκε, κι εκείνο υποχώρησε. Τι ναταν? Συλλογίστηκε για λίγο και κοίταξε γύρω του στο δωμάτιο. Ήταν παράξενο, όμως κάθε τι φαινόταν ναχε το αντίστοιχό του σ'αυτόν τον αόρατο τοίχο από πεντακάθαρο νερό. Ναι! εικόνα με εικόνα επαναλαμβανόταν, καναπές με καναπέ, το ίδιο. Ο κοιμισμένος φαύνος είχε τον δίδυμο αδερφό του που κοιμόταν κι η ασημένια Αφροδίτη που στεκόταν στο ηλιόφως κρατούσε τα χέρια της τεντωμένα σε μια άλλη Αφροδίτη το ίδιο γλυκιά με τούτη. (...)
  Ξαφνιάστηκε και παίρνοντας απ'το στήθος του το άσπρο τριαντάφυλλο έσκυψε και το φίλησε. Το τέρας είχε κι αυτ΄ένα τριαντάφυλλο ίδιο ως το παραμικρό πέταλο με το δικό του. Το φιλούσε με τα ίδια φιλιά και το πίεζε πάνω στην καρδιά του με τις ίδιες άγριες κινήσεις.
  Κι όταν η αλήθεια τον ξύπνησε, ο νάνος έβγαλε μια κραυγή απελπισίας και έπεσε κλαίγοντας στο πάτωμα. Λοιπόν, ήταν αυτός το τέρας και γι'αυτόν τα παιδιά γελούσα , κι αυτή η μικρή πριγκίπισσα που θάρεψε πως τον αγάπησε, κι αυτή --όπως οι άλλοι-- είχε μονάχα κοροϊδέψει την ασχήμια του και διασκέδαζε με τα στραβά του πόδια. Γιατί δεν τον άφησαν στο δάσος, εκεί που δεν υπήρχε καθρεύτης για να δει την ασχήμια του? Γιατί ο πατέρας του δεν τον σκότωνε αντί να τον αφήσει στην ντροπή του? Τα καυτά δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του και τότε έκανε το λευκό τριαντάφυλλο κομμάτια. Το τέρας έκανε το ίδιο σκορπίζοντας τα μαραμένα πέταλα στον αέρα. Κυλιόταν κι εκείνο πάνω στις πλάκες, το ίδιο όπως κι αυτός, κι όταν το κοίταξε, εκείνο τον παρατηρούσε με πρόσωπο τραβηγμένο απ'τον πόνο. Σούρθηκε μακριά να μην το βλέπει και σκέπασε τα μάτια του με τα ΄χερια του. Σα να'ταν λαβωμένος, σούρθηκε στη σκιά κι έμεινε εκεί θρηνώντας."
  Εκείνη τη στιγμή η ίδια η Ινφάντα μπήκε στο δωμάτιο με την συντροφιά της; μόλις είδαν τον μικρούλη νάνο να κείτεται στο πάτωμα χτυπώντας το μάρμαρο με σφιγμένες γροθιές και με μανία υπερβολική, έτρεξαν κοντά του γελώντας δυνατά και τον τριγύρισαν.
  <<Ο χορός ήταν αστείος>>, είπε η Ινφάντα, <<όμως αυτή η παράσταση είναι ακόμα πιο αστεία. Αλήθεια είναι τόσο καλός ηθοποιός, όσο κι οι κούκλες του θεάτρου, μόνο που είναι πολύ φυσικός>>, κι έκανε αέρα με την πελώρια βεντάλια της και χειροκρότησε.
  Όμως ο μικρός νάνος δεν σήκωνε τα μάτια του να τους αντικρύσει, όταν ξαφνικά έβγαλε μια παράξενη κραυγή, έσφιξε τα πλευρά του, έπεσε ξανά στο πάτωμα κι έμεινε ακίνητος.
  <<Ήταν εξαιρετικό>>, είπε η Ινφάντα, <<μα τώρα εσύ θέλω να μου χορέψεις>>. (...) Όμως ο νάνος δεν απάντησε.
  Η Ινφάντα χτύπησε με πείσμα το πόδι της στο πάτωμα και φώναξε το θείο της που έκανε βόλτες στην ταράτσα με τον αρχιθαλαμηπόλο διαβάζοντας τα μηνύματα που μόλις πριν λίγο είχαν φτάσει στην Ισπανική Πρεσβεία του Μεξικού.
  <<Ο μικρούλης μου ο νάνος μελαγχόλησε>>, του φώναξε η Ινφάντα, <<πρέπει να τον σηκώσετε και να του πείτε να χορέψει για μένα>>.
  Εκείνοι χαμογέλασαν αναμεταξύ τους, ήρθαν μέσα κι ο Δον Πέντρο έσκυψε και χτύπησε το νάνο στο πρόσωπο με το κεντημένο του γάντι. (...) Μα ο μικρός νάνος δε σάλεψε.
  Όμως ο αρχιθαλαμηπόλος σκυθρώπιασε και γονάτισε πλάι στο μικρό νάνο; έβαλε το χέρι στην καρδιά και ύστερα από λίγο σήκωσε τους ώμους μ'απογοήτευση, σηκώθηκε κι αφού υποκλίθηκε μπρος την Ινφάντα, είπε:  <<Όμορφή μου πριγκίπισσα, ο μικρός αστείος νάνος δεν θα ξαναχορέψει. Είναι κρίμα βέβαια, γιατί, τόσο άσχημος που ήταν θα μπορούσε να κάνει και το βασιλιά να χαμογελάσει.
  <<Μα γιατί δεν θα ξαναχορέψει?>>, ρώτησε η Ινφάντα γελώντας.
  <<Γιατί η καρδιά του ράγισε>>, αποκρίθηκε ο αρχιθαλαμηπόλος.
  Και η Ινφάντα σκυθρώπιασε, και τα λεπτά σαν πέταλα από ρόδο χείλια της σφίχτηκαν περιφρονητικά. <<Από δω κι εμπρός, αυτοί που θα'ρχονται να παίζουν για μένα, φροντίστε να μην έχουν καρδιά>>, φώναξε και βγήκε τρέχοντας στον κήπο."

Ο κήπος με τις ροδιές - Oscar Wilde

0 σκέψεις:

Δημοσίευση σχολίου

places
tumblrgoodreadslistographymessage
 
 
Copyright © belongs to its respectful owners unless stated otherwise [πεταλούδες]
Blogger Theme by BloggerThemes Design by Diovo.com